Η Ελλάδα θέλει να γίνει ενεργειακός κόμβος και να παίξει ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις της Ευρώπης, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να προηγηθεί κατάθεση απόψεων και διάλογος. Μέσα από τις σελίδες του Ecotec κάναμε την αρχή για αυτόν το διάλογο μιλώντας με έναν άνθρωπο εξαιρετικά έμπειρο σε θέματα ενέργειας: τον πρόεδρο του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά δρ. Στέλιο Λουμάκη.
Συνέντευξη στον Μιχάλη Σταθακόπουλο:
– Ποιες είναι οι απόψεις για την υφιστάμενη κατάσταση στα φωτοβολταϊκά; Βαδίζουμε σταθερά προς την απολιγνιτοποίηση;
Για να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους βάση, θα προτιμούσα καταρχήν να μιλάμε για απανθρακοποίηση, δηλαδή απαλλαγή του ηλεκτρικού μας συστήματος και από το φυσικό αέριο κάποια στιγμή στο μέλλον, αφού το εν λόγω καύσιμο –πέρα από ρυπογόνο– είναι εισαγόμενο και μάλιστα στη βάση όχι ώριμων χρηματιστηριακά αγορών.
Σε κάθε περίπτωση, η πορεία προς την απεξάρτηση από τον άνθρακα δεν μπορεί να συντελεστεί με συνθήματα ή γηπεδικούς όρους του πόσα GW σκοράρισε η κάθε χώρα σε ΑΠΕ ανά έτος. Τέτοιες ρητορικές δεν εξυπηρετούν την πράσινη μετάβαση και τη βιωσιμότητα των επενδύσεων. Για την απανθρακοποίηση λοιπόν, πέραν της ισόρροπης ανάπτυξης των ανανεώσιμων τεχνολογιών απαιτείται ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε ευρεία κλίμακα, την οποία ωστόσο η αντλησιοταμίευση και οι μπαταρίες δεν φαίνεται πως μπορούν –επί του παρόντος τουλάχιστον– να καλύψουν.
Γι’ αυτό και διεθνώς έχει ανοίξει η συζήτηση για την παραγωγή πράσινου υδρογόνου και εν συνεχεία συνθετικών από αυτό καυσίμων, ούτως ώστε να επιλυθούν ταυτόχρονα μια σειρά από προβλήματα όπως είναι η αποθήκευση του ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές και ο μαζικός εξηλεκτρισμός των μεταφορών, χωρίς να απαιτηθεί η βίαιη αλλαγή της τεχνολογίας των οχημάτων, χωρίς γιγαντιαίες επενδύσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο τις οποίες απαιτούν οι σημερινοί φορτιστές και χωρίς να διασαλευθεί εν γένει η αυτονομία και αυτάρκεια των μεταφορών.
Σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή ασφάλεια των καταναλωτών και της οικονομίας και το βιώσιμο και στιβαρό επενδυτικό περιβάλλον για τους επενδυτές – παραγωγούς αποτελούν ικανές και αναγκαίες συνθήκες για να πάμε παρακάτω.
-Ποια προβλήματα υπάρχουν σήμερα που επιζητούν λύση;
Όπως φαντάζομαι θα έχετε αντιληφθεί, έχουμε ήδη εισέλθει στη ζώνη των προκλήσεων. Κινούμενοι τα τελευταία χρόνια στην ανάπτυξη ΑΠΕ σε ρυθμούς πέρα απ’ όσο μας επιτρέπει το ισοζύγιο ισχύος στο σύστημα, και χωρίς η υλοποίηση μονάδων αποθήκευσης να ακολουθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ήδη βιώνουμε περικοπές παραγωγής σε επιλέξιμες ανανεώσιμες μονάδες σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 3468.
Εν συντομία, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο και σε συνάφεια με τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία 943/2019, προτεραιότητα έγχυσης έχουν οι μονάδες που είχαν προτεραιότητα και λειτουργούσαν πριν τις 5 Ιουλίου 2019, που είναι η ημερομηνία έκδοσης της σχετικής ευρωπαϊκής οδηγίας, καθώς και οι μονάδες ΑΠΕ εγκατεστημένης ισχύος μέχρι 400 kW που συνδέθηκαν από την ημερομηνία αυτή και μετά.
Με τον τρόπο αυτό, σωστά η ΕΕ έχει αποκλείσει αναδρομικότητες, ενώ έχει απλώσει ένα δίχτυ προστασίας και για τα μετά τις 5 Ιουλίου 2019 μικρά έργα ΑΠΕ ισχύος έως 400 kW, ώστε να προστατευτεί ο πλουραλισμός στις ανανεώσιμες πηγές.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10 του νόμου 4414/2016, σταθμοί με σύμβαση ενίσχυσης διαφορικής προσαύξησης (αφορά έργα ΑΠΕ εγκατεστημένης ισχύος άνω των 400 kW) συμπεριλαμβάνονται στη ρύθμιση για μηδενική συνολική αποζημίωσή τους ανά εγχεόμενη MWh, για τις περιπτώσεις που η τιμή εκκαθάρισης της χονδρεμπορικής αγοράς είναι μηδενική διαδοχικά για πάνω από 2 ώρες.
Η ρύθμιση αυτή είναι ανεξάρτητη από τις περιπτώσεις περικοπών που περιγράψαμε παραπάνω, εμφανίζεται εν γένει όταν υπάρχει περίσσεια ενέργειας στο σύστημα, και πρακτικά ισοδυναμεί με περικοπή έγχυσης. Σημειώνεται πως στο ελληνικό –και πολύ περισσότερο στο ευρωπαϊκό– σύστημα εμφανίζονται συστηματικά τα Σαββατοκύριακα τέτοιες καταστάσεις.
–Θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι εξαγωγές λύση για την περίσσεια ενέργειας;
Σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, τις οποίες θα μπορούσε να προβάλει κάποιος ως λύση, ώστε να διοχετεύει η χώρα μας την ανανεώσιμη ενέργεια σε φάσεις του πραγματικού χρόνου υπερπαραγωγής της, οι τιμές στις οποίες θα γίνονταν οι εξαγωγές με τα υπάρχοντα ιστορικά δεδομένα εκτιμώνται στο πλείστο των περιπτώσεων ιδιαιτέρως χαμηλές, ίσως και πέριξ του μηδενός. Κι αυτό διότι όταν υπάρχει σε εμάς υπερπαραγωγή, συνήθως υπάρχει και στις γειτονικές χώρες που επενδύουν εξίσου στις ΑΠΕ.
Οπότε, σε περιπτώσεις πολύ χαμηλών αλλά πάντως μη μηδενικών θετικών τιμών, και επειδή οι εξαγωγές δεν πληρώνουν Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), τίθεται αυτομάτως το ζήτημα της αποζημίωσης των παραγωγών (τουλάχιστον όσων απολαμβάνουν τιμών αναφοράς) για την παραχθείσα αυτή ενέργεια από τους εθνικούς πόρους του ειδικού λογαριασμού για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΕΛΑΠΕ).
Έτσι όμως δημιουργείται η στρέβλωση ότι οι Έλληνες καταναλωτές να χρειάζεται να πληρώνουν μέρος του κόστους του εξαγόμενου ρεύματος που θα καταναλώνουν οι γειτονικές μας χώρες. Απαιτείται λοιπόν εδώ κάποια τροποποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε στις όποιες εξαγωγές γίνονται να εισπράττεται τουλάχιστον το πλήρες κόστος του ρεύματος και όχι μόνο το οριακό.
Περισσότερα στην έντυπη έκδοση του Ecotec.





