Υγρά Απόβλητα και Βιομηχανία .Το θεσμικό πλαίσιο και τα ζητήματα στην εφαρμογή του.Άρθρο του Απόστολου Καλδή, Διπλ. Πολιτικός Μηχανικός με MSc στην Μηχανική Περιβάλλοντος

Σύμφωνα με τον Ν.4014/11, οι ‘βιομηχανικές δραστηριότητες και συναφείς εγκαταστάσεις’ (9η Ομάδα της υπουργικής απόφασης 1958/2012) προκειμένου να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν πρέπει να διαθέτουν σε ισχύ Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) ή Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ). Κατά την διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους, αλλά και των μετέπειτα ελέγχων από τις αρχές, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στον έλεγχο της λειτουργίας τους ως προς την διαχείριση των υγρών αποβλήτων τους.

Οι απαιτήσεις παρακολούθησης της διαχείρισης των υγρών αποβλήτων για τις  βιομηχανικές δραστηριότητες έχουν πλέον εξειδικευτεί με τις παραγράφους 5.5.2, 7.2 και 8  του Παραρτήματος 4.9 του ΦΕΚ 135Β/2014. Εν συνόψει, σύμφωνα με το εν λόγω ΦΕΚ, από τις 21/01/2015 το περιεχόμενο του φακέλου που υποβάλλεται για την έκδοση της ΑΕΠΟ προβλέπεται να περιλαμβάνει:

  1. Σχέδια αποτύπωσης των δικτύων συλλογής – αποχέτευσης υγρών αποβλήτων και όμβριων υδάτων στα οποία να αποτυπώνονται και η όδευση προς το σύστημα επεξεργασίας ή/και το σημείο αποθήκευσης ή/και το σημείο τελικής διάθεσης.
  2. Σχέδια αποτύπωσης των σημείων εκπομπής υγρών αποβλήτων της εγκατάστασης και τα αντίστοιχα σημεία δειγματοληψίας, με μοναδικούς κωδικούς αρίθμησης.
  3. Συμπλήρωση των Πινάκων 2α-2ε, 3α και 4α-4β ανά σημείο εκπομπής προς επιφανειακά ύδατα, δίκτυα αποχέτευσης και έδαφος, συμπεριλαμβανομένων της κατάταξης του αποβλήτου κατά τον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων (ΕΚΑ), των ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων πριν και μετά την επεξεργασία, τις εργασίες αξιοποίησης (R) και διάθεσης (D) και την συχνότητα και μέθοδο δειγματοληψίας και ανάλυσης.

Η εμπειρία από την εφαρμογή της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και παρακολούθησης των βιομηχανιών έχει δείξει έλλειψη καταγραφής των δικτύων και ελλιπή παρακολούθηση των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών των εκπομπών. Ενδεικτικά, σε υφιστάμενες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, παρατηρείται ελλιπής γνώση και αποτύπωση των δικτύων αποχέτευσης, με αποτέλεσμα τα δίκτυα αποχέτευσης των βιομηχανικών υγρών αποβλήτων να μην είναι σαφώς διαχωρισμένα από τα αστικά λύματα. Αυτό οδηγεί συχνά σε ανάμειξη διαφορετικών ρευμάτων αποβλήτων και κατ’επέκταση παράβαση του Άρθρου 30 του Ν.4042/12.

 

Η αδειοδοτούσα αρχή (Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για δραστηριότητες υποκατηγορίας Α1, Αποκεντρωμένη Διοίκηση για δραστηριότητες υποκατηγορίας Α2) δύναται να προωθήσει την εφαρμογή της νομοθεσίας κατά την διαδικασία έκδοσης της ΑΕΠΟ με την ρητή ζήτηση των ως άνω σχεδίων και πινάκων. Η καταγραφή των δικτύων αποχέτευσης και των σημείων εκπομπής και η συμπλήρωση των σχετικών πινάκων, παρότι απαιτητική διαδικασία, θα ενισχύσει την επίγνωση της δραστηριότητας στις θεσμικές υποχρεώσεις διαχείρισης και παρακολούθησης των υγρών αποβλήτων και θα διευκολύνει την ελεγκτική αρχή στον εντοπισμό παραβάσεων ή αστοχιών στην έννομη διαχείριση τoυς.

 

Επιλογές Διάθεσης

Οι επιλογές διάθεσης των βιομηχανικών υγρών αποβλήτων εξαρτώνται κυρίως από την περιοχή της δραστηριότητας. Οι πιθανοί τελικοί αποδέκτες των υγρών αποβλήτων διακρίνονται σε:

– Κεντρικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας (είτε μέσω αποχετευτικού δικτύου ή μέσω μεταφοράς με ειδικά βυτιοφόρα οχήματα)

– Επιφανειακά ύδάτα (π.χ. θάλασσα, υδατορέματα)

– Υπόγεια ύδατα /  Έδαφος (π.χ. άρδευση, εμπλουτισμός υδροφόρου ορίζοντα)

Από τα ως άνω εξαιρούνται οι περιπτώσεις αξιοποίησης των υγρών αποβλήτων μέσω ανακύκλωσης στην παραγωγική διαδικασία.

Εφόσον η δραστηριότητα βρίσκεται σε περιοχή που εξυπηρετείται απο δίκτυο αποχέτευσης η δραστηριότητα υποχρεούται να συνδεθεί σε αυτό. Οι όροι και προϋποθέσεις για την σύνδεση διέπονται από τους κανονισμούς του εκάστοτε φορέα διαχείρισης του δικτύου και των κατάντη εγκαταστάσεων επεξεργασίας (π.χ. ΕΥΔΑΠ). Ειδικά για τις βιομηχανίες απαιτείται ειδική άδεια διάθεσης, που περιλαμβάνει υποχρέωση διαχωρισμού των εσωτερικών δικτύων αστικών λυμάτων από τα βιομηχανικά υγρά απόβλητα και υποχρέωση επεξεργασίας των βιομηχανικών ρευμάτων και παρακολούθησης της εκροής στο δίκτυο πριν την διάθεσή τους σε αυτό.

 

Εφόσον η περιοχή δεν εξυπηρετείται από δίκτυο αποχέτευσης, η δραστηριότητα δύναται να διαθέσει μέσω βυτιοφόρων οχημάτων στις κεντρικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Σε αντίθεση με την διάθεση μέσω αποχετευτικού δικτύου, η διάθεση μέσω βυτιοφόρων οχημάτων δεν είναι εξίσου θεσμοθετημένη και ελεγχόμενη (π.χ. ιχνηλασιμότητα προέλευσης, υποχρέωση διαχωρισμού και αποτύπωσης δικτύων, απευθείας έλεγχοι στο φρεάτιο δειγματοληψίας).

 

Τέλος, απουσία κεντρικού δικτύου αποχέτευσης, η δραστηριότητα δύναται να διαθέσει σε επιφανειακά ύδατα ή στο έδαφος. Οι όροι διάθεσης σε αυτούς τους αποδέκτες καθορίζονται από τις Διευθύνσεις Υδάτων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, λαμβάνοντας υπόψη μια πληθώρα αλληλοεμπλεκόμενων νομοθετημάτων (π.χ. ΚΥΑ 5673/400/1997 – επεξεργασία αστικών λυμάτων, ΚΥΑ39626/2208/Ε130/2009 – όρια ρύπων σε υπόγεια ύδατα, ΚΥΑ145116/2011 και ΚΥΑ191002/2013 – επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων , ΚΥΑ51354/2641/Ε103/2010 και ΚΥΑ170766/2016 – ουσίες προτεραιότητας, ΚΥΑ20488/2010 –  λεκάνη απορροής Ασωπού).

 

Η εμπειρία από την εφαρμογή έχει δείξει ότι ο τελικός αποδέκτης καθορίζει σημαντικά τον χρόνο αδειοδότησης, τις απαιτήσεις σύνταξης του φακέλου ΑΕΠΟ, τις απαιτήσεις παρακολούθησης, το κόστος διαχείρισης και την συχνότητα και το είδος των ελέγχων της δραστηριότητας.  Ενδεικτικά, οι απαιτήσεις αδειοδότησης και διαχείρισης στην περίπτωση διάθεσης με βυτιοφόρα οχήματα ή μέσω του κεντρικού αποχετευτικού δικτύου είναι σημαντικά μειωμένες σε σχέση με την διάθεση σε επιφανειακά ύδατα ή το έδαφος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ανατολική Αττική, όπου λόγω έλλειψης κεντρικού αποχετευτικού δικτύου οι βιομηχανίες καλούνται συχνά να διαθέσουν τα βιομηχανικά υγρά απόβλητα κυρίως υπεδαφίως (π.χ. περιορισμένη άρδευση). Στις περιπτώσεις αυτές, αφ’ενός λόγω των αυστηρών ορίων εκπομπής οι δραστηριότητες επωμίζονται το υψηλό κόστος προχωρημένης επεξεργασίας και εργαστηριακών αναλύσεων (βλ. Πίνακες 1-6 της ΚΥΑ145116/2011). Αφ’ετέρου, λόγω των περιορισμένων περιβαλλοντικών ελέγχων, ενθαρρύνεται η ελλιπής λειτουργία και παρακολούθηση των συστημάτων επεξεργασίας και διάθεσης υγρών αποβλήτων, υπονομεύοντας έτσι την ποιότητα των εδαφών και των υπογείων υδάτων της περιοχής (π.χ. νιτρορρύπανση, αύξηση συγκεντρώσεων σε ουσίες προτεραιότητας).

 

Βιομηχανίες εκτός Παραρτήματος ΙΙΙ της ΚΥΑ5673/400/1997

Ειδική μνεία χρειάζεται για τις βιομηχανίες εκτός του Παραρτήματος ΙΙΙ της ΚΥΑ5673/400/1997, των οποίων τα υγρά απόβλητα θεωρούνται μη βιοαποικοδομήσιμα ή/και εν δυνάμει επικίνδυνα (π.χ. χημικές βιομηχανίες). Συχνά, τα υδατικά απόβλητα των δραστηριοτήτων αυτών (π.χ. πλύση εξοπλισμού παραγωγής) κατατάσσονται στον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων ως επικίνδυνα. Συνεπώς, η επεξεργασία και διάθεση των υγρών αποβλήτων εντός της εγκατάστασης εκλαμβάνεται ως διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων και διέπεται από τις διατάξεις του Ν.4042/12, της ΚΥΑ13588/725/2006 και της ΚΥΑ24944/1159/2006.

 

Στην πράξη, λόγω του υψηλού κόστους της εξωτερικής διαχείρισης των αποβλήτων αυτών από αδειοδοτημένους φορείς (π.χ. 1 – 2 € ανά λίτρο), και σε περίπτωση απουσίας κεντρικού δικτύου αποχέτευσης, οι δραστηριότητες αυτές προβαίνουν στην εσωτερική διαχείριση, με συχνότερη επιλογή την υπεδάφια διάθεση των επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων.  Η υπεδάφια διάθεση αυτών εμπίπτει στις διατάξεις της ΚΥΑ145116/2011, εφόσον τα απόβλητα είναι μη επικίνδυνα ή έχουν καταστεί μη επικίνδυνα μετά απο επεξεργασία (άρθρο 3, παρ.1.β). Ωστόσο, η διαδικασία αποχαρακτηρισμού της επικινδυνότητας είναι μια απαιτητική εργασία η οποία πρέπει να αποδεικνύει μέσω υπολογισμών ή/και χημικών δοκιμών και αναλύσεων, ότι το προς διάθεση απόβλητο δεν εμφανίζει μία ή περισσότερες από τις επικίνδυνες ιδιότητες απο αναφέροντες το Παράρτημα ΙΙΙ του Ν.4042/12.

Τέλος, η ΚΥ145116/11 προσπαθεί να εξειδικεύσει τις απαιτήσεις για τον έλεγχο των βιομηχανιών αυτών με την χρήση των Πινάκων 4 και 6. Ωστόσο, οι εν λόγω πίνακες δεν είναι εξαντλητικοί ως προς τις χημικές ουσίες που ενδέχεται να καταλήγουν στα επεξεργασμένα υγρά απόβλητα.

Στις περιπτώσεις αυτές ενδείκνυται η εφαρμογή της ΚΥΑ36060/1155 /Ε.103/2013, η οποία συνιστά η αδειοδοτούσα αρχή να βασίζεται σε έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές (ΒΔΤ). Τα έγγραφα αυτά (BREFS) έχουν συνταχθεί κατά την εφαρμογή του άρθρου 13 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ και παρέχουν προτεινόμενες οριακές τιμές εκπομπών και πρακτικές διαχείρισης υγρών αποβλήτων για ένα μεγάλο εύρος βιομηχανικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανιών εκτός Παρατήματος ΙΙΙ της ΚΥΑ5673/400/1997.

 

Ένθετο: Ποιος είναι (φωτό: Apostolos Kaldis Profile Picture)

Ο Απόστολος Καλδής είναι απόφοιτος Πολιτικός Μηχανικός του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου με μεταπτυχιακές σπουδές στην Μηχανική Περιβάλλοντος από το Imperial College London. Έχει πολυετή εμπειρία σε θέματα περιβαλλοντικής αδειοδότησης βιομηχανιών και σε μελέτες και κατασκευές δικτύων αποχέτευσης και εγκαταστάσεων επεξεργασίας υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με την ομάδα της TechniKald έχει υποστηρίξει επιτυχώς βιομηχανίες να εναρμονιστούν με την περιβαλλοντική νομοθεσία και τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές στην διαχείριση υγρών αποβλήτων.